“Αν συμφωνήσουμε στο ότι θέλουμε να προσπαθήσουμε να την ορίσουμε
την σχιζοφρένεια πέρα από τη συνθήκη σύνθεση της ως κάτι που ωφείλει να αντιμετωπιστεί,
θα μπορούσαμε να πούμε ότι απλά είναι μια μη αποδεκτή συμπεριφορά σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο και χρόνο.”

Μου λέγαν ηρέμησε, μου λέγανε είναι όλα μες στο κεφάλι σου. Μου εξηγούσαν ότι πρέπει να ψαχτώ, να τα βρώ με τον εαυτό μου βρε αδερφέ. Μου λέγανε είναι απλά τα πράγματα, να μην αγχώνομαι. Μου λέγανε να το κάνω γι τον εαυτό μου.

Μάλλον τους ενοχλούσα. Μάλλον το κεφάλι μου που γύριζε τους ενοχλούσε. Το σπασμένο βλέμμα προκαλεί δυσφορία.
Έχανα τη συγκέντρωση μου σ’ αυτό το μέρος, περισσότερο απο ότι συνήθιζα γιατί πια δεν ζούσα μόνος και δεν μπορούσα να ξεσπάσω. Γιατί μόνο σε μένα και στη μάνα μου είχα μάθει να ξεσπάω. Ήμουν μάλλον σχεδόν βέβαιος ότι κανείς απο τους δύο μας δεν επρόκειτο να μ’ αφήσει.

Τρέχω, τρέχω, τρέχω, μια μικρή απογοήτευση καταλήγουν όλα, τρέχω
Μουσεία, αρχαιολογικοί χώροι, παραλίες, μπατσίνες που στέκονται για να τις βγάλουν φωτογραφία οι τουρίστες, επισκεπτήρια σε φυλακές ανηλίκων, γιαγιάδες σε κάμπινγκ τεσσάρων αστέρων με τα σεμεδάκια πάνω στην τηλεόραση, εργάτες 6η ώρα το πρωί μαζεύουν πέτρες απ’ την παραλία και περνάνε με τους φορτωτές δίπλα απ’ τα ξαπλωμένα μας κεφάλια και ηλικιωμένοι να επισκευάζουν ασταμάτητα Ducati.

Ήρεμη ένταση και τοσοδούλα θλίψη, νεύρα αρκετά προκειμένου η ιστορία να εξελιχθεί
σε θρίλλερ σαν τότε που έκλεισαν τα φώτα στη βίλλα στη Λευκάδα και βγήκες έξω με το μαχαίρι.

Περνάει καιρός και αυτός μας ξέπλυνε.
Το ήξερα απο πριν παρόλο που δεν έκανα κάτι για να το σταματήσω.
Ο χρόνος, η απόσταση και οι μανίες είναι καλό πλυντήριο.

Mεσήλικες βαμμένες απ’ τον κώλο ως τα νύχια με στρας φορέματα
στα blue star ferries στη γραμμή ελλάδα – ιταλία, το campin period
διαρκεί απο Μαϊο εώς Σεπτέμβριο χωρίς χρέωση.

Το κίνημα μου παίρνει και μου δίνει ψυχή.
Δεν προλαβαίνω να μετρήσω τις εργατοώρες.
Δεν αντέχω να με αγγίζουν πια.

Πρώτο βράδυ μετά απο 40 μέρες που έφτασα ζωντανός στο σπίτι.
Δεν ξέρω τι να κάνω.

Οι κοπέλες μου χαμογελάνε και εγώ φοβάμαι να σταθώ.
Οι άντρες μου ανοίγουν την αγκαλιά τους και εγώ τρέχω στο ποτήρι μου.
Περπατάω, περπατάω.
Κάθε μέρα αλλάζω 99 πατρίδες.
Άκουσα για έναν νέο που τον είχε πιάσει ένας ναυτικός και τριβόταν απαλά απάνω του ,
αγκομαχούσε έντονα και μετά γέμιζε την πλάτη του με κάτι αηδιαστικά υγρά.
Εκεί που ήθελε να φύγει ο μικρός, ο άλλος άνοιγε την αγκαλιά και του χαμογελούσε.
Κούρνιαζε πάνω στο στήθος του και ηρεμούσε.

Φαντασιώνομαι να είμαι ερωτευμένος.
Φαντασιώνομαι να με αγγίζει ένα σώμα και να χαμογελάω.
Θέλω να καλέσω συνέλευση για να βρώ ταίρι.

απο το μπλογκ ενος φιλου:

http://htta.antifa.re